Coaching Readiness as a Strategic HR Risk Variable
Οι οργανισμοί επενδύουν σε executive coaching με την φυσική προσδοκία ότι η παρέμβαση θα λειτουργήσει ως επιταχυντής απόδοσης. Η απόφαση βασίζεται συνήθως στον ρόλο, το αναγνωρισμένο ταλέντο ή την ανάγκη «βελτίωσης» ενός στελέχους. Εκείνο που δεν αξιολογείται με την ίδια αυστηρότητα είναι η ετοιμότητα του κάθε στελέχους να εμπλακεί ουσιαστικά στη διαδικασία (readiness for coaching).
Το coaching δεν είναι μια διαδικασία που ενεργοποιείται από το ύψος της αμοιβής του coach ούτε από την απόφαση που λαμβάνεται κεντρικά. Ενεργοποιείται από την ικανότητα και τη βούληση του στελέχους να αναλάβει την ευθύνη της ανάπτυξής του. Όταν αυτή η προϋπόθεση δεν υπάρχει, η παρέμβαση παραμένει ρητορτική και η οργανωσιακή αξία της περιορίζεται σημαντικά.
Το γεγονός ότι ένα άτομο λειτουργεί επαρκώς στον ρόλο του ή διαθέτει υψηλή τεχνική επάρκεια δεν σημαίνει ότι μπορεί να αντέξει αναστοχασμό, αμφισβήτηση βεβαιοτήτων και ουσιαστική μεταβολή συμπεριφορών. Το coaching δεν είναι μηχανισμός παροχής συμβουλών ούτε διορθωτική τεχνική για «δύσκολα» στελέχη. Είναι απαιτητική αναπτυξιακή παρέμβαση που προϋποθέτει συγκεκριμένες γνωστικές και ψυχολογικές συνθήκες.
Τι σημαίνει επιτυχημένη συνεργασία σε οργανωσιακό πλαίσιο
Σε ένα corporate περιβάλλον, επιτυχημένο coaching σημαίνει ότι εγκαθίσταται σαφές συμβόλαιο με συγκεκριμένους στόχους, ρόλους και όρια, ευθυγραμμισμένους με τις στρατηγικές προτεραιότητες του οργανισμού, και ότι η συνεργασία οδηγεί σε παρατηρήσιμη μεταβολή στη συμπεριφορά και στην άσκηση ηγεσίας.
Η επιτυχία δεν εξαντλείται στην ποιότητα της σχέσης ή στην υποκειμενική ικανοποίηση του στελέχους από τις συνεδρίες. Αποτυπώνεται σε αλλαγές που επηρεάζουν τον τρόπο λήψης αποφάσεων, τη διαχείριση ανθρώπων, τη χρήση εξουσίας και την ανάληψη ευθύνης. Εάν αυτές οι αλλαγές δεν είναι ορατές στο πεδίο δράσης του ρόλου, η παρέμβαση δεν έχει παραγάγει οργανωσιακή αξία.
Η αναθεώρηση του συμβολαίου αποτελεί ένδειξη ωριμότητας μόνο όταν οδηγεί σε βαθύτερη δέσμευση και όχι σε χαμήλωμα των απαιτήσεων.
Τι σημαίνει ετοιμότητα για coaching
Η ετοιμότητα δεν είναι πρόθεση ούτε θετική στάση. Είναι λειτουργική ικανότητα και εσωτερική απόφαση. Αναφέρεται στη δυνατότητα του στελέχους να εμπλακεί ενεργά, να αναστοχαστεί ουσιαστικά, να θέσει στόχους και να αναλάβει την ευθύνη της υλοποίησής τους.
Η ετοιμότητα μπορεί να είναι επιλεκτική. Ένα στέλεχος μπορεί να είναι πρόθυμο να ενισχύσει στρατηγικές δεξιότητες αλλά ανέτοιμο να εξετάσει τον τρόπο με τον οποίο επηρεάζει την ομάδα του. Η αξιολόγηση της ετοιμότητας δεν είναι τυπική διαδικασία έναρξης, αλλά κρίσιμος δείκτης πρόγνωσης.
Παράγοντες που διαμορφώνουν την ετοιμότητα
Η ετοιμότητα αποτυπώνεται σε συγκεκριμένες ενδείξεις:
- Είναι σωστά ενημερωμένο για το τι είναι και τι δεν είναι το coaching.
- Έχει ρεαλιστικές προσδοκίες από τον ρόλο του coach.
- Είναι ανοιχτό στη μάθηση και στην αναθεώρηση βεβαιοτήτων.
- Αναγνωρίζει και αποδέχεται περιοχές προς βελτίωση.
- Μπορεί να μιλήσει για αδυναμίες χωρίς άμεση αμυντικότητα.
- Θέτει σαφείς και συγκεκριμένους στόχους.
- Μεταφράζει τους στόχους σε πλάνο δράσης.
- Είναι αποφασισμένο να προχωρήσει σε έμπρακτη αλλαγή.
- Αναλαμβάνει την ευθύνη των επιλογών και των αποτελεσμάτων του.
- Δεν μεταθέτει συστηματικά την ευθύνη στο σύστημα ή στους άλλους.
- Αξιοποιεί την αφαιρετική σκέψη και την αυτοπαρατήρηση.
- Αντέχει τη διαφωνία και τη δομημένη πρόκληση.
- Διατηρεί συναισθηματική σταθερότητα όταν η συζήτηση γίνεται απαιτητική.
Τι σημαίνουν πρακτικά οι παραπάνω ενδείξεις
Η σωστή ενημέρωση για το τι είναι και τι δεν είναι το coaching διαμορφώνει ρεαλιστικές προσδοκίες και αποτρέπει τη μετατόπιση ευθύνης στον coach. Όταν το στέλεχος προσέρχεται αναμένοντας λύσεις ή καθοδήγηση, η βάση της συνεργασίας είναι λανθασμένη.
Η ανοιχτότητα στη μάθηση και η αναθεώρηση βεβαιοτήτων καθορίζουν το βάθος της διεργασίας. Όταν οι πεποιθήσεις παραμένουν αδιαπραγμάτευτες και η αυτοεικόνα απρόσβλητη, η συζήτηση δεν οδηγεί σε μετασχηματισμό.
Η αναγνώριση περιοχών προς ανάπτυξη και η ικανότητα να μιλά κανείς για αδυναμίες χωρίς άμεση αμυντικότητα αποτελούν δείκτες προσωπικής ωριμότητας. Χωρίς αυτούς, το coaching μετατρέπεται σε άσκηση επιβεβαίωσης.
Η σαφής στοχοθεσία και η μετάφραση των στόχων σε συγκεκριμένο πλάνο δράσης αποκαλύπτουν πρόθεση και λειτουργική σκέψη. Η απλή διατύπωση γενικών επιθυμιών δεν παράγει αποτέλεσμα.
Η έμπρακτη δέσμευση και η ανάληψη ευθύνης αποτελούν τον πυρήνα της ετοιμότητας. Όταν η ευθύνη μετατίθεται συστηματικά στο σύστημα ή στους άλλους, η παρέμβαση παραμένει θεωρητική.
Η αφαιρετική σκέψη και η αυτοπαρατήρηση επιτρέπουν ουσιαστικό αναστοχασμό. Χωρίς αυτές, η συζήτηση μένει στην επιφάνεια των γεγονότων.
Η ικανότητα να αντέχει κανείς τη διαφωνία και τη δομημένη πρόκληση, καθώς και η συναισθηματική σταθερότητα σε απαιτητικές συζητήσεις, καθορίζουν εάν το πλαίσιο μπορεί να υποστηρίξει βαθύτερη εργασία για ταυτότητα, επιρροή και ευθύνη.
Η απουσία αυτών των ενδείξεων δεν σημαίνει ότι το στέλεχος δεν αξίζει coaching. Σημαίνει ότι, στη συγκεκριμένη χρονική στιγμή, η παρέμβαση δεν θα παράξει το αναμενόμενο βάθος. Το coaching μπορεί να ενισχύσει δεξιότητες, δεν μπορεί όμως να υποκαταστήσει την απουσία εσωτερικής απόφασης.
Το κρίσιμο ερώτημα για HR και C-level
Πριν από κάθε ανάθεση coaching, το ουσιαστικό ερώτημα δεν είναι αν το coaching αποτελεί γενικά καλή πρακτική ανάπτυξης. Είναι αν το συγκεκριμένο στέλεχος είναι διατεθειμένο να αναλάβει το κόστος της αλλαγής.
Σε ορισμένες περιπτώσεις, το ζήτημα που επιχειρείται να αντιμετωπιστεί μέσω coaching δεν είναι αναπτυξιακό αλλά αξιολογικό ή δομικό. Η χρήση του coaching ως υποκατάστατο διοικητικής σαφήνειας περιορίζει τη σοβαρότητα της διαδικασίας.
Η αξιολόγηση της ετοιμότητας δεν είναι αποκλεισμός. Είναι στρατηγική επιλογή. Όταν η ετοιμότητα υπάρχει, το coaching λειτουργεί ως επιταχυντής. Όταν δεν υπάρχει, καμία μεθοδολογία δεν μπορεί να αντισταθμίσει την απουσία εσωτερικής απόφασης.
Βιβλιογραφία
Franklin, J. (2005). Change Readiness in Coaching: Potentiating Client Change. In M. Cavanagh, A. M. Grant, & T. Kemp (Eds.), Evidence-based coaching, Vol. 1. Theory, research and practice from the behavioural sciences (pp. 193–200). Australian Academic Press.
